Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως βασική προτεραιότητα τη βελτίωση του επιπέδου οδικής ασφάλειας και τη μείωση των τροχαίων ατυχημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, ολοένα και περισσότερα κράτη επενδύουν σε κάμερες ελέγχου, συστήματα έξυπνης επιτήρησης και εντατικότερους τροχονομικούς ελέγχους. Στο πλαίσιο αυτό, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος έχουν υλοποιήσει σημαντικά έργα για την εγκατάσταση νέων, έξυπνων καμερών σε κεντρικά οδικά δίκτυα και σημεία αυξημένης επικινδυνότητας, επιδιώκοντας τον περιορισμό των επικίνδυνων παραβάσεων και των τροχαίων ατυχημάτων.
Την ίδια στιγμή, σημαντική αύξηση καταγράφει η χρήση εφαρμογών πλοήγησης που ενημερώνουν τους οδηγούς για την ύπαρξη καμερών, ραντάρ ταχύτητας και μπλόκων για τροχονομικούς ελέγχους. Οι πλατφόρμες αυτές λειτουργούν με τη συμβολή των ίδιων των χρηστών, οι οποίοι αναφέρουν σε πραγματικό χρόνο σημεία όπου πραγματοποιούνται έλεγχοι ή εντοπίζονται συμβάντα στο οδικό δίκτυο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Waze, η οποία έχει εξελιχθεί σε μία από τις δημοφιλέστερες εφαρμογές πλοήγησης. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, προς το τέλος του τελευταίου τετραμήνου του 2025 η βάση των χρηστών της αυξήθηκε σημαντικά, από περίπου 29.500 σε 45.500 χρήστες μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ωστόσο, οι εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενδέχεται να αλλάξουν το τοπίο. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε πρόσφατα απόφαση που δίνει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να επιβάλλουν περιορισμούς σε υπηρεσίες οι οποίες ειδοποιούν τους οδηγούς για αστυνομικούς ελέγχους ή σημεία επιτήρησης, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης.
Η υπόθεση συνδέεται με τη γαλλική υπηρεσία Coyote, η οποία ενημερώνει τους χρήστες για διάφορα συμβάντα στους δρόμους, μεταξύ αυτών και για την παρουσία αστυνομικών ελέγχων. Μέχρι σήμερα, τέτοιες ψηφιακές υπηρεσίες καλύπτονταν σε μεγάλο βαθμό από την αρχή της «χώρας προέλευσης», σύμφωνα με την οποία υπάγονταν κυρίως στη νομοθεσία του κράτους όπου ήταν εγκατεστημένος ο πάροχός τους.
Η νέα απόφαση δεν απαγορεύει αυτομάτως τη λειτουργία εφαρμογών όπως η Waze ή άλλων αντίστοιχων υπηρεσιών. Δημιουργεί όμως ένα νέο νομικό πλαίσιο, το οποίο επιτρέπει στα κράτη-μέλη να προχωρούν ευκολότερα στη λήψη περιοριστικών μέτρων ή ακόμη και σε νομικές ενέργειες κατά των παρόχων τους, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα, όπου τόσο οι εφαρμογές πλοήγησης όσο και οι διαδικτυακές κοινότητες που κοινοποιούν πληροφορίες για μπλόκα και κάμερες χρησιμοποιούνται καθημερινά από χιλιάδες οδηγούς.
Υπενθυμίζεται ότι στο παρελθόν η Ελληνική Αστυνομία είχε προχωρήσει στη σύλληψη των διαχειριστών τριών κοινοτήτων στο Viber, μέσω των οποίων ανταλλάσσονταν πληροφορίες για τα σημεία διεξαγωγής τροχονομικών ελέγχων. Σε βάρος των συλληφθέντων σχηματίστηκε δικογραφία για διέγερση σε διάπραξη εγκλημάτων και για επικίνδυνες παραβάσεις της νομοθεσίας περί οδικής κυκλοφορίας, ενώ παράλληλα διακόπηκε η λειτουργία των συγκεκριμένων κοινοτήτων.
Παρότι οι ελληνικές αρχές έχουν επανειλημμένα επισημάνει ότι τα σημεία ελέγχου δεν αποτελούν μυστική πληροφορία, καθώς στόχος είναι κυρίως η πρόληψη και όχι η τιμωρία των οδηγών, η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδέχεται να αποτελέσει τη βάση για ένα αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο τα επόμενα χρόνια.
Επομένως, δεν τίθεται άμεσα θέμα κατάργησης των εφαρμογών που προειδοποιούν για κάμερες ή τροχονομικούς ελέγχους. Ωστόσο, η νέα ευρωπαϊκή νομολογία ανοίγει τον δρόμο για ενδεχόμενους περιορισμούς στη λειτουργία τους, εφόσον τα κράτη-μέλη επιλέξουν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που τους παρέχει η συγκεκριμένη απόφαση.



